00:21
Του Ανδρέα Ανδριανόπουλου
Οι διαθέσεις της Ρωσίας δεν ήταν δυνατόν να παρερμηνευθούν. Από τον Ιούνιο του 2004, ο πρόεδρος Πούτιν είχε αποσαφηνίσει στόχους και προτεραιότητες.
Μιλώντας σε ένα συνέδριο διεθνών ειδικών, στο Πανεπιστήμιο Λέβ Γκουμίλεφ στην πρωτεύουσα του Καζακστάν Αστάνα κι ενώπιον των περισσότερων ηγετών των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, δεν είχε μασήσει τα λόγια του. «Οι ιδέες του Γκουμίλεφ που είχε πρώτος διατυπώσει την αρχή του νεο-Ευρασιατισμού», είχε τονίσει ο Πούτιν, «και που αποβλέπουν στην ένωση των κρατών της Ευρασίας ενάντια στην υπερ-Ατλαντική Δύση κινητοποιούν σήμερα πια τις μάζες των χωρών μας.
Διαβάστε το υπόλοιπο κείμενο
Η προστασία από εξωγενείς απειλές κι από τον αυξανόμενο παγκόσμιο ανταγωνισμό», είχε σημειώσει ο Ρώσος πρόεδρος, «μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα απο κινήσεις ενωτικές κι αποφασιστικές... Η Ευρασία είναι ο μοχλός για την επίτευξη των στόχων αυτών. Και η Ρωσία αποτελεί την καρδιά της Ευρασίας... Οι επιμέρους εθνικισμοί και οι ανόητες προσωπικές φιλοδοξίες μπορούν μοναχά να αποτρέψουν την προσπάθειά μας. Αλλά δεν είμαστε ανόητοι». Και κλείνοντας αναφώνησε: «Έξυπνοι λαοί του κόσμου, ενωθείτε!»
Τα λόγια αυτά ήχησαν τότε κάπως παράταιρα κι ασυνήθιστα. Δε χωρούσε, όμως, αμφιβολία για τους στόχους στους οποίους αποσκοπούσαν. Έπειτα από οκτώ χρόνια είναι φανερό πως πολλοί στη Δύση, και σε κάποιες χώρες της ρωσικής περιφέρειας, δεν είχαν τότε ακούσει. Και ήρθε η κρίση στη Γεωργία και στο νότιο Καύκασο για να επιβεβαιώσει τις ρωσικές επιδιώξεις. Για κάποιους η ρήξη ξέσπασε αναπάντεχα. Για κάποιους άλλους ήταν κάτι αναμενόμενο. Η αλήθεια είναι πως και οι μεν και οι δε ετοιμάζονταν για ενδεχόμενη ανάφλεξη αλλά δούλευαν και για κάποια συνεννόηση.
Ας δούμε καταρχήν το πλαίσιο της κρίσης. Η υποτιθέμενη αυτονομιστική Nότια Οσετία δεν είναι στην πραγματικότητα παρά μια πολιτειακή οντότητα στα χέρια κάποιων Ρώσων επιτηδείων δήθεν εθνικιστών για να εκβιάζουν το Κρεμλίνο και να εξασφαλίζουν σημαντικά οικονομικά οφέλη. Κύριος μοχλός πλουτισμού είναι ο αγωγός αερίου. Που μεταφέρει ενέργεια από τη Ρωσία για την περίπτωση που η Γεωργία αποφασίσει να κόψει τις δικές της παροχές. Η κατασκευή, οι διακλαδώσεις, οι παροχές κ.λπ. απαιτούν σημαντικά έργα υποδομής απορροφώντας μεγάλα ποσά. Που δίχως διαφάνεια κανείς δε γνωρίζει που ακριβώς καταλήγουν. Ολόκληρη η κεντρική ηγεσία της Νότιας Οσετίας απαρτίζεται από Ρώσους αξιωματούχους που κάποια στιγμή αποφάσισαν να γίνουν Οσέτιοι εθνικιστές.
Πρώην στρατιωτικοί διοικητές της Περμ στα Ουράλια, επικεφαλής αστυνομικών αρχών σε γειτονικές δημοκρατίες, διοικητικοί παράγοντες σε Ομπλάστ της ρωσόφωνης Ουκρανίας κ.λπ. συνθέτουν την ηγετική ομάδα της Νότιας Οσετίας. Της οποίας μάλιστα ο «πρόεδρος» δεν εμφανίζεται συχνά σε δημόσιες εκδηλώσεις στη χώρα του. Εκτιμάται λοιπόν πως η ειρήνευση της περιοχής και η εξασφάλιση της όποιας ομαλότητας (είτε ολοκληρωτκή ενσωμάτωση στη Ρωσία είτε συμφωνία με τη Γεωργία) θα αποδυναμώσει τους μηχανισμούς που εκμεταλλεύονται σήμερα τη χώρα και κάποιοι θα ζημιωθούν επιχειρηματικά.
Από τα πράγματα λοιπόν και το Κρεμλίνο και η Τυφλίδα γνωρίζουν πως λύση στο πρόβλημα της περιοχής αποκλείεται να δοθεί δίχως αναταράξεις και δυσάρεστες συνέπειες. Στα πλαίσια αυτά μέσα υπάρχουν και συγκεκριμένοι εθνικοί σχεδιασμοί. Οι Ρώσοι δε θα έβλεπαν με άσχημο μάτι μια ρήξη που θα τους έδινε τη δυνατότητα να αποδείξουν την ετοιμότητα των ενόπλων τους δυνάμεων και να διαμηνύσουν σε χώρες της γεωγραφικής τους περιφέρειας πως αυτοί εξακολουθούν να είναι τα αφεντικά της περιοχής. Οι Γεωργιανοί από την άλλη πλευρά δε θα δίσταζαν να εμπλακούν σε μια στρατιωτική ρήξη εφόσον βέβαια είχαν την εγγύηση της Δύσης πως η ρωσική αντίδραση θα ήταν σύμμετρη και πιθανότατα ελάχιστης εμβέλειας.
Αυτό που τελικά έγινε προκαλεί πολλά ερωτήματα. Οι βομβαρδισμοί από τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις στα νότια του Τσχινγκάλι προς τα γύρω γεωργιανά χωριά δεν έγιναν για πρώτη φορά το τριήμερο πριν από τις 8 Αυγούστου. Αυτή τη φορά όμως η Γεωργία, και παρά το προχωρημένο των διαπραγματεύσεων με τη Ρωσία για τη διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών, αντέδρασε βίαια. Και εισέβαλε στη Νότια Οσετία. Σαν να εισβάλλουν οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις από το Ναύπλιο προς το... Τολό! Γιατί έγινε αυτό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα ρίξει φως σε πολλά ακατανόητα πράγματα.
Μία εκδοχή είναι η παταγώδης αποτυχία των συστημάτων ροής πληροφοριών. Όχι της Γεωργίας μόνο βέβαια, αλλά και των Αμερικανών, που με συμβούλους εκπαιδεύουν και εποπτεύουν την οργάνωση των ενόπλων της δυνάμεων. Κάτι όμως δύσκολα πιστευτό.
Μία άλλη εκτίμηση, εξίσου «χλωμή», είναι πως δεν περίμεναν την άμεση και καταιγιστική ρωσική αντίδραση. Μένοντας ακόμη στη «χλωμή» ρωσική στάση στην ανεξαρτοποίηση του Κόσοβου. Με βάση όμως τη γνώση των περισσότερων ειδικών για τη Ρωσία η επιβολή της εικόνας κυριαρχίας στην άμεση γειτονιά του αποτελεί για το Κρεμλίνο ζωτική αναγκη. Και η οικονομική ευρωστία της Ρωσίας μαζί με την αυτοπεποίθηση που έχει πλημμυρίσει την ηγεσία της χώρας ήταν σίγουρο πως θα την οδηγούσε σε κινήσεις επιβολής της εικόνας της παλινορθούμενης μεγάλης δύναμης.
Υπάρχει όμως και μία τρίτη εκδοχή: Πως η Γεωργία και οι Δυτικοί αποζητούσαν μια τέτοια αντίδραση της Ρωσίας. Διότι αποενοχοποιούνται οι Αμερικανοί για παρεμβάσεις στρατιωτικές δίχως την έγκριση του Συμβ. Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Αξιολογούνται επίσης οι πραγματικές δυνατότητες της ρωσικής στρατιωτικής μηχανής, το επίπεδο εκσυγχρονισμού των συβατικών της όπλων και η πειθαρχία και αποτελεσματικότητα των μονάδων κρούσης που χρησιμοποιεί. Σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθούν και εκτιμήσεις για την αναζωπύρωση της ρωσοφοβίας σε Δύση αλλά και στους λαούς της στενής γεωγραφικής της περιφέρειας.
Κοντολογής, υπάρχουν εκτιμητές (Robert Kagan στην Washington Post και Richard Beeston στους Times του Λονδίνου) που υποστηρίζουν πως η κίνηση της Ρωσίας να εισβάλει στη Γεωργία θα της στοιχίσει σοβαρότατα στο μέλλον.
Ανεξάρτητα από εκτιμήσεις και από επιπτώσεις σε βάθος χρόνου τα σημερινά δεδομένα είναι περίπου σαφή. Η Ουάσινγκτον αναγκάστηκε να φάει τα λόγια της και να αφήσει έκθετο έναν ενθουσιώδη σύμμαχό της. Αδιάφορο αν αυτός κινήθηκε μόνος του ή με δική της ενθάρρυνση.
Η Μόσχα επέβαλε την εικόνα μιας πανίσχυρης περιφερειακής δύναμης ξεκαθαρίζοντας σε ηγέτες και χώρες της γειτονιάς της πως αυτή είναι το αφεντικό. Και πως η Δύση, πέρα από τα λόγια, δεν υπάρχουν πολλά που μπορεί να κάνει για να τους υποστηρίξει σε κάποια σοβαρή κρίση. Τρόμαξε τα γειτονικά της κράτη με σημαντικές ρωσικές μειονότητες. Λιθουανία, Εσθονία, Ουκρανία, Καζακστάν και Ουζμπεκιστάν βλέπουν με άλλο μάτι πλέον τη θέση και τις απαιτήσεις των ρωσικών πληθυσμών που ζούν στα εδάφη τους.
Η Ρωσία έδειξε επίσης πως μπορεί και παίζει με δεξιοτεχνία τα χαρτιά της. Διέσπασε τη Δυτική Ευρώπη πάνω στη βάση των χωρών που την έχουν ανάγκη ή είναι πελάτες της στον τομέα της ενέργειας.
Και απέδειξε πως οι ΗΠΑ χρειάζονται πολύ περισσότερο την καλή της θέληση και πιθανότατα και τις καλές της υπηρεσίες σε τομείς πολύ πιο ζωτικούς (λ.χ. Ιράν, Συρία, Αφγανιστάν) από τις μικρές εντάσεις σε χώρες του «αδιάφορου» για πολλούς Καυκάσου.
Το τελικό συμπέρασμα είναι πως, στη φάση αυτή τουλάχιστον, η Μόσχα βγαίνει κερδισμένη και η Δύση τσουρουφλισμένη. Μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα ξεδιπλώνεται. Σύντομα θα δούμε θεαματικότερες εξελίξεις. Ας ελπίσουμε δίχως αθώα θύματα...
* Αναδημοσίευση από το περιοδικό "Κεφάλαιο"